28 may. 2017

Η ομάδα Nova Melancholia και η Αυτοκράτειρα


«Τα χρόνια της αθωότητας» του Δούκα Καπάνταη απέκτησαν ζωή στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

            Αυτό το τσάι το καταραμένο, πιπεράτο, ήταν τελικά ό,τι μας χρειαζόταν. Όλοι είχαμε τελικά κάτι να πούμε, κάτι να σχολιάσουμε, εφόσον όσα είδαμε μας βάλανε σε σκέψεις, προς διάφορες και πολύπλευρες κατευθύνσεις. Ήμασταν, βέβαια, προετοιμασμένοι από πριν. Δύσκολο κανείς να μην περίμενε, έστω σε ένα βαθμό, να δει όσα είδε, όπως και όσα άκουσε. Το αποτέλεσμα ήταν σίγουρα θετικό, δεν θέλω ακόμα να επεκταθώ στα επίθετα «ενδιαφέρον», «ιδιαίτερο», «συναρπαστικό», «σοκαριστικό» ή, όπως θα ταίριαζε περισσότερο, και τελικά θα καταλήξω, να ονομαζόταν «πορνογραφικό».
            Προσωπικά είχα προσπαθήσει να διαβάσω την Αυτοκράτειρα του Δούκα Καπάνταη, χωρίς, δυστυχώς, την επιτυχία που επιθυμούσα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θέλησα να δω με ποιον τρόπο άλλα μάτια, άλλα άτομα, άλλοι καλλιτέχνες είχαν ερμηνεύσει και δει αυτό που εγώ δεν μπόρεσα, και επιπρόσθετα να το «ξαναπλάσουν». Το μετέφρασαν, του έδωσαν ένα διαφορετικό στοιχείο, άλλη εκφραστική διάσταση. Αυτή η διάσταση ήταν οπτική, σωματική, ηχητική, κινητική, αλλά, ευτυχώς κυριάρχησε η μη-λεκτική, όπως συμβαίνει και στην πορνογραφία. Βέβαια εδώ μιλάμε για μία πορνογραφία γεννημένη από το γραπτό λόγο, από τις λέξεις και ύστερα παρουσιασμένη σε μία σκηνή, απτά και φανερά, για την απόλαυσή μας.               
            Η φαντασία -φαντασίωση, είχε τον προταρχικό ρόλο. Δεν χρειάστηκε να δούμε μπροστά μας γυμνά ό,τι εμπλούτιζε τις σκέψεις μας, αλλά η δύναμη των λέξεων ήταν από μόνη της ήδη πορνογραφική. Έτσι, στο διάλογο των ματιών του γιου και του σώματος της σημαδεμένης πουτάνας μία ολόκληρη προκατειλημμένη κοινωνία διαλυόταν, όπως και όσα έχουν συνηθίσει τα μάτια μας ή οι σκέψεις μας να αντιλαμβάνονται καθημερινά. Κάποιες κινήσεις μας προκαλούσαν γέλιο όταν παρέπεμπαν σε συγκεκριμένα υπονοούμενα, ενώ όταν μας εμφανίζονταν ωμά, δεν μας έβγαινε ούτε ένα χαμόγελο, ή έστω μόνο ένα, πικρό; Οι γνωστές ερωτικές και συναισθηματικές σκηνές μας ήταν οι αστείες, ενώ οι πορνογραφικές ήταν τελικά οι σοβαρές. Ήταν δύσκολο να βρούμε τι έπρεπε να σκεφτούμε, τι να κρίνουμε ή όχι.
            Το μυαλό εντός της κοινωνίας έχει συνηθίσει σε κανόνες και περιορισμούς, εδώ όμως βρέθηκε ένα παράθυρο, όπου μας επιτράπηκε να βγούμε από τα δεδομένα και να μπορέσουμε να αμφισβητήσουμε τους κοινούς συλλογισμούς μας. Όλοι πρόσεχαν και έμπαιναν στον κόσμο αυτό του δωματίου, των αναστεναγμών και των αρρωστημένων. Οι καλλιτέχνες (συγγραφέας και ηθοποιοί) κατάφεραν να μας δείξουν την ύπαρξη ενός άλλου χώρου, μίας άλλης αλήθειας, όπου πράγματα ασυνήθιστα αν και όχι ανεπιθύμητα, όχι απλά υπάρχουν, αλλά ποθούνται και από τους ίδιους τους χαρακτήρες, και από τους θεατές που. Αυτοί βέβαια σιωπηλά και έμμεσα, παρακολουθούν και απολαμβάνουν όσα γίνονται και δέχονται όσες προκλήσεις καλέστηκαν να ακούσουν.
            Κατά τη διάρκεια της παράστασης μία απροσδιόριστη γραμμή προσπάθησε να περιορίσει τα συμπεράσματά μας, αλλά ξέφυγαν λόγω του περιεχομένου του έργου. Έγινε δύσκολο να οριοθετήσει κανείς το σωστό, το λάθος, τα άκρα της πραγματικότητάς μας, η οποία, στο επίπεδο της παράστασης και συγγραφής, μετατράπηκε σε άλλη, ξένη, διαφορετική, αλλά και πιο ενδιαφέρουσα. Θα έλεγε κανείς λογικά πως αυτή η πραγματικότητα δεν υπάρχει, αλλά, εφόσον αυτή είναι δυνατόν να εκφραστεί, έστω με καλλιτεχνικά μέσα, σημαίνει πως υπάρχει και αντιλαμβάνεται από άλλα άτομα. Παιχνίδι, τελικά όλο είναι ένα παιχνίδι. Μέσα στο έργο αλλαξαν τα δεδομένα και ό,τι ίσχυε στην αληθινή πραγματικότητα, εντός του κόσμου της θεατρικής και συγγραφικής έκφρασης, έχασε την αξία του. Επίσης ό,τι δεν επιτρεπόταν να ζει ανάμεσά μας, απέκτησε ζωή εντός της καλλιτεχνικής παρένθεσης, δίνοντάς του μία ανάσα. Υπήρξε. Ο τρόπος με τον οποίο έγιναν φανερά τόσα διαφορετικά στοιχεία των σεξουαλικών προτιμήσεων και γενικότερα αποφάσεων του ανθρώπου, ήταν μεν σκληρός, αλλά και ξεκάθαρος. Δεν άφησαν χώρο σε αμφισβητήσεις, πράγμα που βοήθησε στην αποδοχή αυτών των, ξένων στην κοινωνία μας, επιθυμιών και σχέσεων.
            Ήμασταν, λοιπόν, και εμείς εκεί, στην αίθουσα αλλά και στον κόσμο τον «ιδιαίτερο», όπου σώματα, αίματα και αρώματα πήραν μορφή παράστασης. Δυστυχώς, όπως κάθε υπερβολική προσπάθεια στην απόδοση και μετάδοση διαφόρων επιπέδων και μέσων, κατέληξαν κάποια κομμάτια να μην έχουν το λόγο να βρίσκονται στη σύνθεση. Δεν μιλάω για τα χαρακτηριστικά του κόσμου που μας παρουσίασαν, αλλά για τον δικό μας, τον κόσμο του θεάτρου και της σκηνής, που είχαμε μπροστά μας. Ήταν ήδη αρκετά πλούσιο από ήχους, εικόνες, φαντασία, σκέψεις και σιωπές. Γι’ αυτό και ίσως, λέω ίσως, ύστερα από τέτοιο παιχνίδι επιπέδων και κανόνων, δεν χρειαζόταν το αντίστοιχο παιχνίδι μεταξύ της σωματικο-οπτικής πλευράς και της μουσικο-ηχητικής. Ήταν μεν ενδιαφέρον το πείραμα που έγινε στα πάντα, αλλά πιστεύω δε πως χρειαζόταν μία άγκυρα, έστω για στήριγμα, έστω για ανάσα, στο μουσικό κομμάτι, για τα αφτιά μας. Όσο και να κατάφερε το έργο να μας βγάλει για λίγο από το συμβατικό, εξακολουθούμε να ζούμε σε έναν κόσμο με κάποιες σταθερές αξίες που μας βοηθούν να επιβιώσουμε, όσο και αν μπορεί να διαφωνούμε με αυτές. Γι’ αυτό, ενώ καταφέραμε να εισέλθουμε καλά στον καινούργιο χώρο και στα διάφορα επίπεδά του, ο τελικός μουσικός διάλογος μ’ έκανε να χάσω τον ειρμό και το την κατάληξη της παράστασης. Όσο αόριστα μπήκε η τελική μουσική, τόσο αόριστα τελείωσε τελικά και η παράσταση που τόσο δυναμικά είχε εξελιχθεί.
            Από τη στιγμή που θέλησα, προσπάθησα και κατάφερα να γράψω μία εντύπωση και αρκετά περίπλοκη αίσθηση που μου έμεινε από αυτή την εμπειρία, σίγουρα μπορώ να πω πως άξιζε και σίγουρα θα ξαναπροσπαθήσω, τώρα πλέον με διαφορετική εμπειρία, να διαβάσω το έργο του Δούκα Καπάνταη. Όποιος έτυχε να βρεθεί στην αίθουσα των αρματολών όπως βρέθηκα και εγώ είμαι σίγουρη πως καταλαβαίνει σε τι αναφέρομαι με τα παραπάνω.


Links:

Μπορείτε να βρείτε την Αυτοκράτειρα του Δούκα Καπάνταη των εκδόσεων Νεφέλη στα βιβλιοπωλεία.


Μαρία-Νεφέλη Πανέτσου

3 may. 2017

Perdida

Pensaba que Nefeli se limitaba al nombre relacionado con las nubes, pero nunca pensé en algo más, más allá del nivel terrenal y planetario de la Tierra. Me limité a lo que veo ante mis ojos cuando observo mi alrededor, el cielo y las nubes, un límite, un precioso ligero discreto y elegante límite, sombra y niebla que inspira a más. Pero tanto tiempo no busqué lo "más" y me quedé en ellas, las observé curiosa y maravillada, una relación que me hacía sentirme feliz y encariñada.
Pero un momento, un sentimiento me hizo cambiar, pasar y ver, adentrarme en ellas y descubrir qué hay en realidad detrás, dentro, de Nefeli. Νεφέλη (νέφος) ---> Νεφέλωμα. Nube, nébula, nebulosa.
No son sólo nubes lo que me rodean, no son sólo las nubes mi entorno, son las estrellas mi ser, son las nebulosas mi pensamientos. ¿Rodeados de nubes? Algo tenía que aparecer, nunca fui fan de la Luna, porque siempre se llevaba toda el protagonismo. Las estrellas, siempre están ahí, siempre podemos apreciarlas, tan lejanas, pero tan presentes, tan luminosas, pero tan escondidas, desconocidas. Pero nuestras.

Nubes y nebulosas, y luego me pregunto cómo es que no soy capaz de aterrizar si cada vez me alejo más y más de la realidad...

Claro que mi nombre no es sólo Nefeli, sino María-Nefeli, porque aunque nos creamos independientes y únicos tenemos una familia, uno antepasados y unas personas a las que nos parecemos, curiosamente, puede que por culpa, o gracias a, el nombre. María, mi abuela paterna, fallecida ya hace unos cuantos años en un momento bastante simbólico. Mi recuerdo es el olor a jazmín cerca de su casa en Atenas (Χαλάνδρι) y su frase al explicar por qué se enamoró de mi abuelo, más alto que ella: quería a un hombre alto, así, al mirarle a los ojos, podría ver también las estrellas. Así que puedo llamarla coincidencia, elección romántica y dramática mía subconsciente o hiperconsciente o puede ser una especie de destino.
María y las nubes, María y las estrellas, María y Nefeli... lo que tiene un nombre... propio. ¡Qué personal!

No es culpa mía, ¡pregunten a los astrólogos!





l'attesa

mentre le ore passano, mentre i pensieri volano, sorrisi scompaiono e cercano di tenersi vivi.
ogni secondo, ogni parola che passa contuna a torturare la sillabe da dire.
Cosa? Cosa posso pensare? Cosa dovrei fare?
Aspettare. Pazienza e serenità. Una coppia impossibile da trovare, una perdura e non e paziente.
Ma perchè il vento non si può fermare? Perchè l'aria non si può raggiungere con le mani?
Le mani, aspettano, le labbra respirano, forte, veloci, ogni, volta, più, forte, ogni, secondo, più veloce. Respirano ma non trovano aria. Pazienza, aspettano, l'aria che non arriva, il vento si è fermato, si sente ma non c'è.
Il vento se lo immagina ma non lo trova, lo sente nel cuore, ma non si muove, non sente il brivido della verità. Non arriva, non basta, l'attesa preme, preme il petto senza dare il risultato.
Non ci sono riposte, l'aria si è fermata, paralizzata.
L'attesa di...
Cos'è che succede nelle vene quando non si muovono? Quando il sangue smette di fluire, bloccato nel cuore, non può liberarsi, bloccato da... cosa? Un muro invisibile non lascia il sangue scorrere nelle vene, non lascia che l'aria riempia i polmoni, la pelle, il corpo, la serenità.
Compressione.
Blocco.
Pressione.
Attesa.

old

Φέτος δεν ξέρω πόσο χρονών είμαι.
Ήδη μου λένε:
- φαίνεσαι σαν να μεγάλωσες (με ύφος σαν να "γέρασα") τους τελευταίους μήνες.
- μεγαλώνεις και εσύ...

Δύο τελείως διαφορετικά άτομα σε τελείως διαφορετικές στιγμές σε τελείως διαφορετικές χώρες και με τελείως διαφορετική γνωριμία με τον καθ'ένα.

Μου φαίνεται πως φέτος γέρασα.

Ευχαριστώ 2016-17.

death death Chocolate

Πώς γίνεται να επιβιώνουμε; Γιατί δεν ζούμε;
Κάθε μέρα συναντώ ανθρώπους και καταστάσεις που αντί για ζωή μου παρουσιάζουν το θάνατο, ή πιο σωστά, την μικρή απόσταση που μας χωρίζει από το θάνατο. Αυτή το κενό, αυτό το διάστημα που μπορούμε να αντικρίσουμε σε χαμμένα βλέμματα, απλωμένα χέρια, δάκρυα στεγνά, παπούτσια κουρσεμένα. Κάθε μέρα, γύρω μας, περπατάει μαζί μας, κοντά μας, μας κάνει παρέα. Τον λένε και χρόνο, αλλά θάνατος είναι το επίθετό του, έτσι γεννήθηκε και έτσι θα... ζει. Ο αγαπημένος θάνατος, στο κάθε βήμα, στην κάθε κίνηση, στο κάθε λάθος και λεπτό που περνάει έρχεται ή είναι μαζί μας.
Πώς η έλλειψη ζωής μπορεί να μην είναι θάνατος; Είναι ο θάνατος έλλειψη ζωής ή μήπως εμπεριέχεται και στην ίδια τη ζωή, όπως η σιωπή και ο ήχος, έτσι και η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν. Μπορούμε να δούμε και να νιώσουμε γύρω μας στιγμές θανάτου, όταν λείπει ζωή, όταν λείπουν σκέψεις, όταν ο νους μας εξαφανίζεται, κρύβεται πίσω από ένα πέπλο αδιακτρίτων αποριών.
Αυτά τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, οι ανάσες που περνούν χωρίς να της ζούμε, οι σκέψεις που δεν κάνουμε, τα πρόσωπα που χάνουμε (λόγω της έλλειψης χρόνου/ορέξεως/διάθεσης/βιασύνης/άρρωστης βιασύνης/"υποχρεώσεων"), άτομα που δεν αγαπάμε, ή που αγαπάμε, λανθασμένα. Πεθαίνουμε. Μας πεθαίνουν οι στιγμές.
Πώς μία μέρα ζωής κάνει τη βδομάδα να πεθαίνει, πώς φαίνεται η ζωή μέσα στα μάτια του, ανάμεσα στα δάχτυλά του, χάδια ζωντάνιας, ενώ εκείνη πεθαίνει, εξαφανίζεται εξαιτίας μίας απλής νεκρής - αλλά αναζητόμενη της ζωής στιγμιαίας, σκέψης που ειπώθηκε. Λάθος.
Τα χάδια του, η ζωή, η πραγματικότητα που ξέρουμε πως θα χάσουμε. Τι θα έλειπε αν...
Αυτό. Τα δάχτυλα, το χάδι, το φοβισμένο βλέμμα για ζωή. Φόβος να ζήσουμε κάτι γιατί θα πεθάνουμε. Φόβος να δούμε τη ζωή μέσα στο θάνατο.
Μας έρχεται η ζωή γλυκά, διακριτικά, ύπουλα, κομψά - μας φωτίζει. Μας τυφλώνει. Και τότε, το σκοτάδι γίνεται ακόμα πιο βαθύ, τρομακτικό, νεκρικό. Τάφος, όχι θάνατος.
Είναι τα λάθη μας, οι τολμηρές λανθασμένες αποφάσεις μας, ο εγωισμός μας μία ένδειξη του θανάτου μας; Όχι του τάφου, αλλά του πραγματικού θανάτου.
Αν κάποιος ξεχνιέται, αν κανείς δεν τον θυμάται, αν κανείς δεν τον αγαπάει, αν κανείς δεν τον αναζητάει, αν δεν λείπει σε κανέναν, αν δεν αντιλμβάνεται από κανέναν, αν κανείς δεν τον σκέφτεται, αν... Αν. Ζει; Θάνατος η σιωπή.
Πώς μπορούμε να ξέρουμε πως όσοι φύγανε από τη ζωή μας για κοινωνικούς, φιλικούς, οικογενειακούς, ερωτικούς, οικονομικούς, επαγγελματικούς, απροσδιόριστους λόγους, δεν είναι μέρος του θανάτου. Δεν ζουν πια για μας, δεν υπάρχει ζωή σε σχέση με εμάς. Δεν ζούμε μαζί, δεν βιώνουμε μαζί, άρα. Θάνατος για τον έναν, θάνατος για τον άλλον.
Εκτός και αν. Η μνήμη. Το συναίσθημα. Ζωντανέψουν.
Μην ξεχνάτε τους ανθρώπους, πεθαίνουν. Μην φοβάστε να τους ζείσετε, θα φύγουν. Θυμηθείτε, αγαπήστε, ερωτευτείτε, δακρύστε τους ανθρώπους, θα πεθάνουν. Ο θάνατος είναι στη ζωή μας, ο θάνατος είναι στην λήθη. Αν δεν υπάρχουν για εμάς, για ποιον θα υπάρξουν;
Αν δεν υπάρχουμε για τους άλλους; Ποιοι είμαστε εμείς για να υπάρχουμε;
Να θυμάστε, να σας λείπουν οι άνθρωποι, μην τους σκοτώνετε.
Α, και η ευκολία σκοτώνει, η έλλειψη προσπάθειας, υπομονής, επιμονής, ευκαιριών...
Ενδιαφέρουσα ζωή δεν θέλουμε;
Ε, ας μην τη σκοτώνουμε.


27 abr. 2017

las sombras de las horas

hoy tuvimos clase de literatura griega, estamos analizando las poesías de Kariotakis.
ahí, hoy, leímos algunos poemas sobre cómo el poeta se encuentra en un momento de madurez, de cambio en su forma de expresión y de cómo ve el mundo y cómo tiene que interpretarlo, con qué filtros y con qué herramientas.
usa en uno la expresión de niños ya viejos, maduros, de una persona que no ha podido vivir su juventud, una persona crecida demasiado pronto porque en vez de simplemente y directamente sentir su entorno, piensa y utiliza su intelecto para todo. el poeta se siente como una persona joven ya demasiado anciana porque siente que ha perdido esa capacidad de adentrarse en el mundo sin complejos ni demasiadas reflexiones. le preocupa esa sensación y expresa cómo se siente seco, vacío, sin nada que le toque ni le inspire. siente que madura y que el mundo a su alrededor no le provoca ya esa pasión y sensación vibrante que le hacía florecer y crear poemas brillantes y emotivos.
ahora, el amor, la naturaleza, la musa, no le provocan frescura, no le inspiran alegría ni calurosas sensaciones sedientas de expresión y correlación con su mundo interno. su mundo ya no se basta de la superficialidad de un roce o un simple olor. ahora madura, ahora necesita reflexionar, necesita profundidad, es mayor, tiene que... tiene, se siente serio y difícil de emocionar, frío y duro. oscuro como un tumba, las sombras de los árboles inmóviles le rodean. su mente, él mismo, se siente ensombrecido, cambios, difíciles. siente que necesita algo más, algo mejor, algo más profundo, la profundidad, oscura, es la que tiene el contenido. la superficie, se rompe y carece de valor. detrás, dentro de ella, más allá, en la oscuridad y profundidad de la realidad es donde se encuentra la sustancia. la realidad y la expresión sustancial necesitan sombras, tiene sombras, son sombras de árboles y pensamientos oscuros. profundos y ricos de calidad.
al poeta consigue encontrar la calidad entre la inmensa superflua superficie sensorial y juvenil.
deja que lo que le rodea se imprima, marque su importancia, su valor y realidad, sin temor ni frágiles bonitos escaparates.
joven se da cuenta de la realidad. joven madura y busca la calidad. joven pierde su juventud. y joven encuentra la sustancia.
el poeta lo dijo. yo me emocioné, como joven leyendo palabras de un extraño en mi idioma, en mis sombras.

24 abr. 2017

trust

flotar entregarse, sentir la piel que se excita ante la experiencia. puedes dejar de pensar, puedes dejar de estar y de ser, te conviertes en otra, en otra sustancia, en otra sensación. eres tú pero no eres tú, eres tú pero en un estado de intensidad que te abre las puertas de tu cuerpo, sientes y vives. cómo sonreír se vuelve cosa de fuerza y no solo placer. los sabores de la vida cambian cuando pruebas los platos que te trae la curiosidad. hay momentos que cristales empiezan a mirarte, observarte, sentirte con la mirada, tocarte con ella, ay, los labios, ese toque, ese roce.
un límite fino, tan fino como la piel, elástico como la misma. un límite entre el dolor y el placer, entre la fuerza y la calma, entre la presión y la caricia, contrastes excitantes que crean sed, provocan hambre y rugen. miradas, silencios, un silencio, concreto, con sonrisas cómplices, sin porqué pero con muchos qué. esa mirada curiosa, esa mirada hambrienta, paciente e insatisfecha, detalles.
una llama entre los dos, simple y discreta, pero tan "significante" porque es lo que hacen las miradas, significan las cosas, los objetos, los momentos.
igual que un toque, un juego, un roce, significa, una distancia que cambia de mayor a menor. como mayor tiempo se convierte en menor distancia... ¿cómo?
con miradas.
con llamas.
con roces.
con "más" roces que roces.
con las sonrisas.
y con esos ojos entrecerrados queriendo hablar, queriendo traspasar la mirada, la piel, el movimiento, los labios compañeros - distancia media.
y cómo ese cambio de distancia, ese cambio de energías acaban por cambiar los componentes internos de una misma persona, como los pensamientos del ahora se agarran, se aferran ya melancólicamente al ayer, al cerca, a la mirada. cómo unos respiros compartidos, unas muecas burladas, unos pasos traviesos cambian la concentración del ahora.
el ahora ya no es simple ahora, sino lleva cargado el ayer dulce y amargo que convierte el recuerdo en una picante provocante chispa fácil de encender.
me gustan y se las mira, venas y sonríe, sus brazos dulces como feroces.
comerse las miradas, besarse los mordiscos.

cuánta hambre me ha entrado de repente.

16 dic. 2016

Diamantes




Con esta melodía simplemente doradas brillantes pequeñas gotas, rebotando y moviéndose al ritmo de la música, sin pensar, bailando, dejándose llevar por el ritmo de las alegres ideas de la mente. Mientras la buena energía fluye dentro de sus sustancias, ellas acaban danzando y moviéndose.




Gustav Mahler - Symphony No. 1 in D major "Ttian", Feierlich und gemessen, ohne zu schleppen.

15 dic. 2016

Boys actually cry


and a lot
sweet
pure
emotively
they are beautiful and shiny









Dispersas

Mmm...
¡Qué día tan precioso! ¡Cómo brillaba el sol esa mañana! Cuánta aurora cubría aquellos pétalos... El verano ha terminado, hace tiempo, pero sigo sintiendo esa brisa en mi cara, en mis mejillas sonrojadas al pensar en el sol. El sol que cada noche recuerdo, me visita en mis sueños y me hace recordar mis miradas y lagos llenos de sed. Sedienta me sentía ante el mar florado, lleno de pétalos brisados, el aurora los acariciaba cada mañana, como tus manos mis ojos, húmedos y brillantes, por tenerte a mi lado, por tenerte en tus ojos, por ver tu mirada en mí. Un paso, una mirada, supe tu vibración, supe tus manos cómo podrían acariciarme, supe tu melancólias canciones que, sin saber, llorabas cada noche, pensabas en la fatalidad de la vida, la distancia que se acercaba a nosotros, acechando, esperando, el momento oportuno, para sorpendernos, con una sonrisa, tras pocas gotas veraniegas sobre nuestros rostros. Sonreíste triste, te sonreí alegre, serena, tímidos, compartíamos nuestra tristeza, serenos nos mirábamos, dejando la ola del olvido y el futuro lejano, separándonos en ese mismo instante, bajo las florecidas caricias, bajo las miradas ensimismadas, en nosotros, en la realidad, externa, pero la más real realidad, interna. Una lucha de comprensión y sentimientos. Acabamos derrotados, abatidos, por una sonrisa.






Mientras buscaba mi rincón, donde llorar y volver a encontrar la pelota que había dejado rodar ante mí, sabiendo que al final de camino se encontraba la magia, la mágica forma de perderse en el infinito. Los objetos preciosos, difíciles de encontrar, pierden su magia, pierden su belleza cuando las lágrimas son las que cubren nuestros ojos. Son las que no nos permiten ver quiénes somos y cómo nos ve el mundo, cuando no vemos no podemos vernos, no entendemos dónde perdimos nuestra felicidad, nuestra niña que quiso jugar y volver a soñar con trucos de magia y polvos mágicos. Entre piel y seda, aprendió a interesarse por la sustancia, por lo esencial que marca nuestra piel. Esa piel que nos rodea cada día, nos aferra y rescata del mundo. Nos acoge en su dulce toque, nos acaricia sin desearlo. Nos besa y siente mientras pensamos, nos estremece y nos llama, nos grita, nos siente, nos tranquiliza. Mientras buscaba su final, encontró su escondite, entre detalles, entre puntos donde las cosquillas son la clave. Sin ellas, no se juega. Detrás de la magia, se esconde la piel. Detrás del amor, se esconde...
ella.